Τρίτη 17 Ιουνίου 2008

Σκέψεις για το «μάθημα» της λογοτεχνίας..

Το σίγουρο είναι ότι γράφοντας αφαιρέθηκα, έβαλα μπροστά το συνειρμό, ίσως να ξέφυγα από το θέμα… Κάποια στιγμή όμως τελειώνοντας ανακαλύπτεις ότι ποτέ δεν έγραφες γύρω από ένα θέμα, ότι δεν υπάρχουν ανεξάρτητα θέματα… Το χαρτί είναι δικό σου σε κάθε περίπτωση, μπορείς να γράψεις ότι σου κατέβει. Δεν είμαι τόσο τολμηρός.. κράτησα σχετικές συνδέσεις….
Άντε να βρεις τίτλο…. Μμμμμ… Κάτι γενικό ίσως; Ναι αυτό είναι…


..................................................................................................................................

Πρόσφατα αντάλλασα μηνύματα με μια κοπέλα η οποία μου είπε ότι διάβαζε κείμενα. Εννοούσε προφανώς το λυκειακό μάθημα «κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας», στο οποίο μάλλον επρόκειτο να εξεταστεί. Μου έκανε εντύπωση και τη ρώτησα σαστισμένος «Καλά διαβάζεις κείμενα;;».. Εκείνη απάντησε πως δεν είχε καλή σχέση με το μάθημα και ότι είχε χάσει αρκετές παραδόσεις. Ρωτώ λοιπόν το εξής: Ακόμα και αν κάποιος δεν έχει παρακολουθήσει ποτέ αυτό το «μάθημα», έστω και αν δεν έχει διαβάσει ποτέ στη ζωή του λογοτεχνικό κείμενο, όταν πρόκειται να εξεταστεί αντικρίζοντας για πρώτη φορά το κείμενο, αλήθεια, δε μπορεί να απαντήσει στις ερωτήσεις ολόσωστα; Σύνθετο ζήτημα. Για να απαντήσουμε πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τα εξής: ποιος ο χαρακτήρας του «μαθήματος»; , τι τρέχει με την αντικειμενικότητα και την υποκειμενικότητα σ’αυτή την περίπτωση; , πως ορίζεται η «σωστή» απάντηση;

Πρώτα πρώτα, το να μιλάμε για τη λογοτεχνία σα να είναι μάθημα όπως τα μαθηματικά και η φυσική είναι από μόνο του ένα ζήτημα. Αλήθεια τι προσπαθούμε να πετύχουμε με τη διδασκαλία του; Για να λέμε τα πράματα με το όνομα τους, αυτό το μάθημα φέρνει μαθητές που δεν επρόκειτο να ανοίξουν λογοτεχνικό βιβλίο στη ζωή τους σε επαφή με σημαντικότατα κείμενα. Όμως δε πιστεύω ότι αυτή η επαφή έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Κάθε μαθητής το αντιμετωπίζει ακριβώς σαν μάθημα, δηλαδή βαθμοθηρικά. Όταν μάλιστα δεν είναι από τα «σημαντικά», αυτό το υποβαθμίζει ακόμα περισσότερο. Αλλά και ο τρόπος που γίνεται το μάθημα είναι τουλάχιστον χυδαίος. Δε θυμάμαι ποτέ κάποιον καθηγητή να το έκανε όπως θα ήθελα. Δηλαδή να υπάρχει μια συζήτηση μαθητή-δασκάλου, πολύ περισσότερο μεταξύ των μαθητών, πάνω στο κείμενο ή το ποίημα. Οι περισσότεροι περιοριζόταν απλά στο να το «αναλύουν» λες και είχαμε να κάνουμε με ένα πτώμα ή με δείγμα αίματος. Προσέχαμε το μέτρο, το στίχο, την ομοιοκαταληξία, τις συλλαβές, μιλάγαμε για εικόνες αλλά ποτέ για το νόημα των στίχων. Παράδειγμα:

Δεν έχω γράψει ποιήματα

Δεν έχω γράψει ποιήματα

Μόνο σταυρούς σε μνήματα καρφώνω

(Μίλτος Σαχτούρης, Ο Στρατιώτης ποιητής-απόσπασμα)

Εδώ παρατηρήσαμε την επανάληψη των δυο πρώτων στίχων, όμως κουβέντα για το βαθύτερο νόημα, την ουσία του πράγματος, απέχθεια προς την πολιτική συζήτηση γύρω από τον εμφύλιο, ειδικά την αριστερά. Φαίνεται πως οι χριστιανικές εικόνες στους τοίχους της τάξης απαγόρευαν να μιλάμε για τους «κακούς κομμουνιστές».

Ανάλωση σε άθλιες τεχνικές λεπτομέρειες που δεν αφορούν κανένα, απέχθεια των μαθητών προς το κείμενο ή το ποίημα: μαθαίνουμε αηδίες. Αυτό ακριβώς λέω και άγω. Μαθαίνουμε αηδίες. Ο κάθε συγγραφές ή ποιητής δεν έγραψε τίποτα με σκοπό να το παραδώσει σε αθλίους τεχνοκράτες που θα του όριζαν μέτρο και θα του έβαζαν μια σφραγίδα με την «αξία» του. Λογού χάρη η σωστή ομοιοκαταληξία, σωστή με την έννοια ότι ακολουθεί κανόνες, βαθμολογείται με υψηλό βαθμό. Κάθε λογοτεχνικό έργο έχει στόχο να διδάξει ένα μήνυμα ευθύ ή αντίστροφο. Δε λέω αν συμφωνώ με το περιεχόμενο του μηνύματος ή όχι. Ο «αριστερός» ή ο «δεξιός» ή ο «ουδέτερος» θέλει να περάσει την ιδεολογία, τις ιδέες και τις σκέψεις του. Βρισκόμαστε που βρισκόμαστε κάποιες ώρες πάνω άπαυτα τα ποιήματα, τουλάχιστον ας κάνουμε αυτό που πρέπει: μια συζήτηση. Χωρίς το φόβο ότι θα εκφραστούμε ελευθέρα, θα μοιραστούμε τα συναισθήματα και τις σκέψεις που μας γεννά κάθε γραμμή ή κάθε στίχος. Ήδη η λέξη «συναίσθημα» είναι ταμπού για το ελληνικό(τουλάχιστον) σχολείο…. Όλα πρέπει να γίνονται μηχανικά, με ένα τρόπο αδιαμφισβήτητο που θα διευκολύνει και την βαθμολόγηση.

Έτσι καταλήγουμε να αναρωτιόμαστε για την αντικειμενικότητα και την υποκειμενικότητα σ’αυτά τα πλαίσια. Φαίνεται πως οι κύριοι και οι κυρίες του υπουργείου και του παιδαγωγικού ινστιτούτου, κατά τη λαϊκή ρήση, αλλού πατούν και αλλού βρίσκονται. Μιλάνε για ανάπτυξη της ευαισθησίας γύρω από την τέχνη και λοιπά και λοιπά. Όμως την ιδία στιγμή, οι ίδιοι είναι που δίνουν ντιρεκτίβες: βαθμολογήστε, βαλτέ διαγώνισμα, βγάλτε ύλη, πείτε αυτά, μη μείνετε πάνω από δυο ώρες στο τάδε ποίημα Κτλ… ΑΙΣΧΟΣ! Τι άλλο να πω; Όταν φτάνουμε στο σημείο να θεωρούμε την τέχνη δεδομένη, αφού οι κανόνες απαντούν σε κάτι δεδομένο, τότε η υποκειμενικότητα πάει περίπατο. Αν μας ρωτήσουν ποσό κάνει 4+4 μάλλον θα απαντήσουμε 8… Αν όμως μας ρωτήσουν ποιο είναι το καλύτερο χρώμα, ο ένας θα απαντήσει το γαλάζιο, άλλος το κόκκινο, άλλος το μαύρο κ.ο.κ…. Όπως για κάτι λογικό υπάρχει μια και μονό ορθή απάντηση, δηλαδή αντικειμενική, για κάτι που αφορά το θυμικό, υπάρχουν άπειρες ορθές απαντήσεις. Κατά κάποιο τρόπο άπειρες υποκειμενικές αντικειμενικότητες, αν μου επιτρέπετε η έκφραση. Μια υποκειμενική αντικειμενικότητα που προσδιορίζεται από την προσωπική αισθητική και ίσως την ιδεολογία. Αντίστοιχα αν μας ρωτήσουν πόσους στίχους έχει η τάδε στροφή ενός ποιήματος θα πούμε ένα αριθμό. Αν μας ρωτήσουν όμως «Τι θέλει να πει ο ποιητής;», εμείς τι θα απογίνουμε; Έχουμε ένα ζήτημα να αντιμετωπίσουμε. Ή θα ακολουθήσουμε την οδηγία που μας δίνεται και θεωρείται ορθή, συνήθως μια πολύ πρόχειρη οπτική, ή θα επιλέξουμε να σκεφτούμε και να αισθανθούμε υποκειμενικά πάνω στο κείμενο. Ενοχλούμαι κάθε φορά που ακούω για μιαν απάντηση «αντικειμενικά είναι σωστή(ή λάθος)». Πραγματικά ενοχλούμαι ακόμα και αν θεωρείται σωστή…. Θα προτιμούσα να ακούσω μιαν απόκριση της μορφής «συμφωνώ εδώ ή διαφωνώ εκεί κτλ…». Θα ήταν πολύ πιο τίμια και αφάνταστα πιο χρήσιμη.

Πως όμως ορίζεται η σωστή απάντηση; Κατά τη γνώμη μου δε θα έπρεπε να τίθεται καθόλου τέτοιο ζήτημα. Ναι ρε μεγάλε, όμως είναι μάθημα και εξετάζεται και βαθμολογείται. Πιστεύω πως δε θα άπρεπε να εξετάζεται καθόλου. Μπορεί να μην είμαι ούτε απόφοιτος φιλολογίας ή λογοτεχνίας ή να μην έχω διαβάσει εκατοντάδες ποιήματα και πεζά, μπορεί να μην είμαι παιδαγωγός και τα σχετικά, όμως ξερώ ότι δε θέλω να βαθμολογούμαι για τα συναισθήματα μου και τις ιδέες μου. Είτε αυτές παίρνουν 10, είτε αυτές παίρνουν μηδέν. Στο σχολείο μάθαμε ότι ο Καρυωτάκης είναι πολύ απαισιόδοξος ποιητής και ο Καρυωτακισμος αυτό σημαίνει και άλλα τέτοια εύθυμα…. Από την αρχή ο Καρυωτάκης μου φαινόταν ότι έχει απλά μια στάση διαφορετική απέναντι στη ζωή. Δε θα τον χαρακτήριζα σίγουρα απαισιόδοξο. Θυμάμαι κάναμε το ποίημα «Κιθάρες», από τη συλλογή «Ελεγεία και Σάτιρες»… Είχε δεχτεί μια σφοδρή κριτική, κατηγορίες ότι ήταν απαισιόδοξο, από την τότε καθηγήτρια, την κυρία Άννα Δ.(καλή της ώρα.….αν τύχει και μας διαβάζει ο CHOMSKY-Τσόμσκυ είμαι..!) Σήμερα αν τύχει σε μια παρέα να φέρουμε το θέμα της ποίησης και πω ότι μ’αρεσει ο Καρυωτάκης, τότε αν υπάρχουν συμμαθητές μου από τότε, όλοι με κοιτάνε παράξενα με ύφος «μήπως θέλει να αυτοκτονήσει;»… Εντωμεταξύ δε νομίζω ότι έχουν δει ποτέ μονοί τους ένα ποίημα του… Ας είναι.

Λένε πως στις μέρες μας όλο και λιγότεροι διαβάζουν βιβλία. Σήμερα ξερόυν γράμματα πολύ περισσότεροι από ποτέ… Όμως κανείς δεν το εκτιμά. Παλιά δε διάβαζαν γιατί δεν ήξεραν… Σήμερα δε διαβάζουμε γιατί δεν ξέρουμε να σκεφτόμαστε. Η αλήθεια είναι ότι δε μας έδειξε κανείς πως. Δε λέω να μας υποδείξει κανείς τι να σκεφτόμαστε, γιατί τότε δε σκεφτόμαστε απλά πιθηκίζουμε. Το υπουργείο είχε προβλέψει να υπάρχει ένα μάθημα. Και κοιτάτε, τους καλύπτει. Όταν κάποιος πει η νεολαία μας δε διαβάζει ποίηση, αδιαφορεί για τη λογοτεχνία, φταίει το υπουργείο, τότε αυτοί απαντούν «Κύριοι εμείς έχουμε προβλέψει ειδικό μάθημα, φταίει η νεολαία». Βεβαίως, δεν είναι άμοιρη ευθηνών και η νεολαία, δε φταίει το κακό σύστημα για όλα. Δε θέλω να μιλήσω σαν αριστερός ή δεξιός, φασίστας ή αναρχικός. Φταίμε όλοι από λίγο. Ένα κράτος που αδιαφορεί, μια νεολαία που δεν αναζητά και μια γηραιότερη γενιά, ξεπεσμένη ηθικά που διδάσκει στους νεότερους την πνευματική υποταγή, το συμβιβασμό, το ξεπούλημα των αισθημάτων και των σκέψεων. Δε μπορώ να μη θυμηθώ τους στίχους του Γκαιτε:

Όποιος την ιστορία του την ίδια δε ξέρει

Το πώς και το γιατί τα τελευταία τρεις χιλιάδες χρόνια

στης αμάθειας το σκοτάδι μένει και σκουντουφλά από τη μια στην άλλη μέρα.

Η ιστορία της ανθρωπότητας είναι μια διαδρομή στη σκέψη και την Τέχνη, τη φιλοσοφία και την επιστήμη. Συχνά ρωτώ «τι είναι αυτό που μας διαχωρίζει από τα υπόλοιπα ζώα;». Η τέχνη απαντώ μόνος μου. Κανενα άλλο ζωο δε τραγουδα, δε διαβαζει, δε παρακολουθει κινηματογραφο, δεν εχει αναγκη να τα κανει αυτά. Μια φυσική έξη λοιπόν προς την τέχνη, ένας κρίκος που δένει τον άνθρωπο με το πριν και το μετά. Η λογοτεχνία και η ποίηση είναι μια σπουδαία μορφή τέχνης. Είναι μια επένδυση στον άνθρωπο, είναι πλούτισμα σε σκέψεις και συναισθήματα. Έχουμε να κάνουμε με ένα μάθημα, «τα κείμενα νεοελληνικής(νεοσουηδικης,νεογερμανικης, νεοαγγλικης κοκ) λογοτεχνίας». Το μόνο που έχουμε να αλλάξουμε είναι ακριβώς αυτό. Ας το κάνουμε ένα «αντί-μάθημα»!



Δευτέρα 16 Ιουνίου 2008

Φιλοσοφικά Ερωτήματα


Μετα από αρκετό καιρό απουσίας(καταραμένες πανελλήνιες….) επιστρέφω στο blog… Ήταν λίγο δύσκολο να ξαναπιάσω στυλό και χαρτί, τα δάχτυλα μου είχαν σκουριάσει όταν πια έφτασα στην πληκτρολόγηση… Τα κατάφερα όμως και είμαι εδώ με ένα θέμα πολύ ενδιαφέρον κατά τη γνώμη μου. Βεβαίως μπορεί να το κάψα αλλά αυτό είναι μια άλλη υπόθεση… Καλή επανένταξη μου εύχομαι λοιπόν και σε σας καλή ανάγνωση…


Φιλοσοφικά Ερωτήματα
..υπό το πρίσμα της καθημερινότητας..

Τέτοια ο άνθρωπος θέτει από την αρχή του χρόνου. Αλήθεια, πότε άρχισε ο χρόνος; Αλήθεια; Τι είναι αλήθεια; Στην πραγματικότητα κάθε ερώτημα μπορεί να θεωρηθεί φιλοσοφικό. Τι είναι πραγματικότητα; Τι είναι φιλοσοφία; Γιατί;

Αυτό το γιατί παραμένει πάντα επίκαιρο, «κολλάει», όπως λέμε, παντού, μένει πάντα αναπάντητο. Νομίζουμε πως φιλοσοφικά ερωτήματα είναι αυτά του στιλ «Γιατί υπάρχουμε;». Λάθος. Τι είναι λάθος; Βλέπετε, οτιδήποτε πούμε, κάθε φράση μας, μπορεί να διεγείρει στον άλλο ερωτήματα. Αν αυτά που λέω σας πείθουν, το επόμενο βήμα είναι να αναρωτηθείτε το εξής: «Αν μπαίναμε στη διαδικασία να τα απαντήσουμε, με την πιθανότητα αστοχίας, θα αναλώναμε όλη μας τη ζωή σ’αυτό και μόνο, άρα δε θα είχαμε καμιά άλλη εμπειρία». Ίσως να χετε δίκιο αν σκέφτεστε κάτι τέτοιο, ταυτόχρονα όμως μου δίνετε τη δυνατότητα να προχωρήσω ένα βήμα παραπέρα.

Πρώτα τονίσατε στο μυαλό σας τη λέξη εμπειρία. Αδυνατώ να μπω στην ουσία του πράγματος. Μάλλον διότι δε θέλω να πλατειάσω και επίσης για λόγους αντι-εγωιστικούς. Θα ήταν καλύτερα ο καθένας να προχωρήσει, διαβάζοντας αυτό το άρθρο με βάση τις δικές του ιδέες. Και λέγοντας αυτά δε θα επιχειρήσω άμεσο ορισμό της έννοιας «εμπειρία». Ξεκινώντας λοιπόν από το δεύτερο σκέλος του υποθετικού προβληματισμού σας θα καταθέσω μοναχά μια παρατήρηση, ότι δηλαδή η καθημερινή ζωή εξυπηρετεί το στόχο του «εμπειρείν». Κατά μια αντίληψη, η καθημερινή ύπαρξη «είναι» μόνο και μόνο για να απαντάει το ανθρώπινο ον ερωτήματα ή καλυτέρα να μπαίνει στη διαδικασία να τα απαντήσει, χωρίς αυτό να συνεπάγεται την βέβαιη «καταπράυνση» των. Διαμορφώνεται επομένως μια βαθιά υπαρξιστική διαλεκτική καθότι η εμπειρία συνίσταται κυρίως στη λήψη αποφάσεων και τη διενέργεια επιλογών. Συνδέεται δε άμεσα με τη χρονική διάρκεια του βίου. Αυτό είναι αποδεκτό σε όλες τις εποχές, δηλαδή συμβαίνει οι γηραιότεροι να θεωρούνται αυτομάτως σοφότεροι.

Μιλώντας για «ανάλωση» της ζωής, ήρθε στο μυαλό μου μια πρακτική θεωρία, αυτή των αναγκών του A. Maslow. Σύμφωνα λοιπόν μ’αυτή ο άνθρωπος αναπτύσσει τη δράση του με βάση την ικανοποίηση των αναγκών του, παράγοντας που αποτελεί και ισχυρότερο ίσως και το μοναδικό κίνητρο. Οι ανάγκες δεν έχουν την ίδια προτεραιότητα, αλλά ξεκινούν απ’αυτές που σχετίζονται με τη βιολογική ύπαρξη και καταλήγουν σ’αυτές που συνδέονται με την πνευματική και την κοινωνική. Υπάρχει δε μια κατηγορία αναγκών, ανώτερη από τις άλλες στην οποία καταφέρνουν να φτάσουν λίγοι άνθρωποι. Σαφώς σ’αυτό το σημείο έχουν ολοκληρωθεί σε μεγάλο βαθμό οι ανάγκες που αφορούν τις διαφορές διαστάσεις του βίου. Εδώ ο άνθρωπος καλείται να καλύψει ανάγκες που θα τον καταστήσουν ολοκληρωμένο.

Με βάση την θεώρηση που υποστηρίζει ότι τα φιλοσοφικά ερωτήματα δε σχετίζονται άμεσα με το βίο και τον «αναλώνουν», την ανάγκη για απάντηση αυτών, θα έπρεπε να την εντάξουμε εδώ. Έτσι εξηγούν και το ότι η φιλοσοφία συστηματοποιήθηκε στην αρχαία Ελλάδα, ιδιαίτερα στην πλούσια Αθήνα, πολύ περισσότερο από ευκατάστατους πολίτες, ειδικά σε περιόδους οικονομικής άνθησης. Αυτό σημαίνει ότι εφόσον ο άνθρωπος έχει εξασφαλίσει τη βιολογική του ύπαρξη, την κοινωνική και την πνευματική ζωή, είναι σε θέση να διαθέσει χρόνο στην απάντηση θεμελιωδών ερωτημάτων, τα οποία καλούνται φιλοσοφικά, δεδομένης της ομοιότητας της υφής των με το αντικείμενο της συστηματικής φιλοσοφίας.

Η ιστορία όμως τους διαψεύδει. Φιλοσοφία δεν αναπτύχθηκε τον καιρό των αρχαίων Ελλήνων αλλά και πολύ παλαιοτέρα, όχι μόνο στις πλούσιες συνοικίες από σπουδασμένους ρήτορες αλλά και στις φτωχογειτονιές από τους δούλους. Όχι μόνο στην Ελλάδα που ευημερούσε και εμπέδωνε μια μορφή της άμεσης δημοκρατίας αλλά και στην Περσία που στέναζε κάτω από το ζυγό της απολυταρχίας, όχι μόνο το «χρυσό αιώνα» αλλά και τα πέτρινα χρόνια. Κάθε στιγμή που ο άνθρωπος έχει εξασφαλίσει τα απαραίτητα για το βίο του, αναζητά απαντήσεις. Είτε ενδόμυχα, είτε μέσω του διαλόγου, καθότι οι λέξεις είναι σαν τη κρούστα στην επιφάνεια βαθιών νερών, καθώς έλεγε ο Wittgenstein. Το μόνο που αλλάζει σε κάθε εποχή είναι τα μέσα και οι κατευθύνσεις.

Οι απαντήσεις για τα φιλοσοφικά ερωτήματα κρύβονται παντού. Παρατηρείται όμως ένα παράδοξο. Ο άνθρωπος αναζητά αληθινές απαντήσεις. Έρχεται αντιμέτωπος με τη διεισδυτική ύπαρξη του. Τι είναι αλήθεια; Είναι μια η αλήθεια ή υπάρχουν περισσότερες; Για να στηρίξω και μια υπαρξιστική θέση, πιστεύω πως οι αλήθειες είναι τόσες όσοι και οι άνθρωποι που σκέφτονται, αναζητούν την υφή και τη φύση της ύπαρξης τους, δε δειλιάζουν να ανατέμνουν διαρκώς τον εαυτό τους, πράγμα που κατά τον Καστοριάδη με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το κάνουν όλοι. Δε γνωρίζω αν η απαντήσεις είναι μέσα μας, στο περιβάλλον ή στους άλλους. Δε ξέρω αν προορίζονται για όλους ή για λίγους «εκλεκτούς» ή αν απλά η άρχουσα αντίληψη μας οδηγεί να θεωρούμε τους αναζητούντες ελιτίστικους ως προς τη συμπεριφορά. Πάντως αν νομίζουμε ότι η φιλοσοφία είναι η ανάγνωση χοντροκομμένων, σκονισμένων τόμων ή ότι η αλήθεια κρύβεται σ’αυτους μάλλον έχουμε πολλών μοιρών στροφή να κάνουμε.

ΥΓ 1: Όπως παρατηρείτε το blog είναι πλήρως ανακαινισμένο και οι αλλαγές θα γίνουν εμφανέστερες στο μέλλον… Μην ξεχνάτε ότι βρισκόμαστε υπό καταστροφική δημιουργία…

ΥΓ2: Ένα «ευχαριστώ» στη Λία που κράτησε το blog μόνη της τόσο καιρό, αλλιώς θα είχαμε πάει κατά διαόλου…


Surreal εικόνες...

Τις προάλλες διέσχιζα τη Μητροπόλεως στο κέντρο της Θεσσαλονίκης με λεωφορείο, έναν δρόμο με μαγαζιά με επώνυμες μάρκες και καλά. Τέλος πάντων, είχε υπέροχη ημέρα, ήταν και προς απογευματάκι-σούρουπο, μουσική στ'αυτιά μου, μόλις έφευγα απο καφεδάκι, με λίγα λόγια μια υπέροχη μέρα και ένα ωραίο συναίσθημα να με κατακλύζει, κι ο κόσμος γύρω έδειχνε να συμμερίζεται αυτό που ένιωθα. Λίγο πριν στρίψει το λεωφορείο προς Διαγώνιο για Λευκό Πύργο, το πιάνει φανάρι και σταματάει ακριβώς μπροστά απο μια κλινική που έχουν στριμώξει σ'αυτό το δρομάκι. Ποτέ δε κατάλαβα πραγματικά τι είδους κλινική ήταν αυτή. Άλλες φορές απ'οτι άκουγα καταλάβαινα πως είναι μαιευτήριο, και άλλες φορές απ' ότι έβλεπα καταλάβαινα πως ήταν κάτι σα νοσοκομείο. Φάτσα κάρτα λοιπόν στη κλινική,με θέα την υποδοχή μέσα, και δυο γεροντάκια πίσω απο τη τζαμαρία. Μια γιαγιάκα σε αναπηρικό καρότσι με το νυχτικό της, το ένα μάτι κλεισμένο με γάζα, και ένας παππούς ακριβώς δίπλα της με τη ρόμπα του κι αυτός σε αναπηρικό καροτσάκι. Και οι δύο φαινόντουσαν λίγο χαμένοι, και πολύ στεναχωρημένοι. Μια εικόνα γηρατειών και αρρωστιών. Κι ακριβώς απέξω απ'τη τζαμαρία περνούσαν ακριβοντυμένες κοπελιές με υφάκι, μια μαμά με το κοριτσάκι της, όλοι κάναν τα ψώνια τους, και αν και περνούσαν απο κει δεν έπαιρναν χαμπάρι οτι υπάρχει κάτι, οτι υπάρχουν κάποιοι πίσω απ'τη τζαμαρία. Είχα μείνει να κοιτάζω αυτην την σκηνή, που μόνο σουρεάλ θα μπορούσες να τη χαρακτηρίσεις, ενώ αναρωτιόμουν αν τα τζάμια είναι τέτοια που δεν επιτρέπουν στους έξω να δουν μέσα, γιατί δε μπορούσα να καταλάβω πως διάολο δεν τους βλέπουν οι περαστικοί- ούτε καν το παιδάκι. Για να ταρακουνηθώ και να πω πως δε γινεται αυτό,εφόσον εγώ που είμαι μέσα σε λεωφορείο τους βλέπω! Θα μπορούσα κάλλιστα να αρχίσω να σκέφτομαι οτι ήταν μια παραίσθηση, αν δεν έπαιρνε η άκρη του ματιού μου και μερικούς άλλους επιβάτες να κοιτάζουν λίγο σαστισμένοι... Πόσο άραγε μπορούμε να εθελοτυφλούμε?? Είναι πράγματα που θα τα ζήσουμε έμμεσα(μέσω συγγενών) και άμεσα(μέσω προσωπικών εμπειριών). Σε καμιά περίπτωση δεν εννοώ να παρατούσαν τα ψώνια τους ή τη βόλτα τους οι άνθρωποι (αν και σε μερικούς αν σταματούσαν να δίνουν τόση προσοχή μόνο στα ψώνια θα έκανε καλό), αλλά τόσο πια είναι/έγιναν αόρατοι αυτοί οι άνθρωποι???