Αναρωτιέσαι σε τί κόσμο ζούμε... Πώς άλλαξαν έτσι, τόσο τα πράγματα? οι άνθρωποι? οι καταστάσεις? Τόσο, που, αν και πολύ νέος για να σκέφτεσαι το ενδεχόμενο της οικογένειας, συζητώντας ανακαλύπτεις πως δεν είσαι ο μόνος που δε θέλει να κάνει, γιατί "σε τί κόσμο θα φέρει τα παιδιά του"??? Τίποτα δεν είναι όπως παλιά. Απ'το πιο απλό στο πιο περίπλοκο. Η ανθρωπότητα δε πήγε τελικά και τόσο μπροστά, όταν υπάρχουν άπειρα πράγματα που έχει "καταφέρει" που σε κάνουν να θέλεις να χτυπάς το κεφάλι σου στο τοίχο. Αξίες υπάρχουν, μόνο θεωρητικά. Και αυτές πλέον έχουν αλλοιωθεί τόσο, που μόλις πριν 10 χρόνια δύσκολα θα τις αποκαλούσες αξίες (10 χρόνια μόνο!! αν είναι δυνατόν, δε μιλάω καν για πιο πριν!).
Διακοπές της Αποκριάς. Πήγα να επισκεφτώ το μικρούλι 1 έτους στο χωριό (που μόνο χωριό δεν είναι πλέον, σα κωμόπολη έχει γίνει. Οτι ήταν και είναι ωραίο στο μέρος εκείνο κοιτάνε πως θα το αντικαταστήσουν με κάτι μοντέρνο και κερδοφόρο...) Τρεις ώρες μαζί με ένα τόσο αθώο πλασματάκι, που η μόνη πονηριά του είναι πότε δε θα βλέπεις ώστε να μπορέσει να σκαρφαλώσει στον καναπέ, να νιώσει και αυτός μεγάλος σαν εμάς. Γεμίζεις αυτές τις τρεις ώρες, αυτή η αθωωότητα και ξεγνοιασιά σε αναζωογονούν, σου φέρνουν ασυνείδητα αναμνήσεις του πως ήσουν και συ κάποτε. Συνειδητοποιείς πως όλα αυτά για τα οποία προβληματίζεσαι και στεναχωριέσαι τελικά δεν έχουν τόση σημασία, αλλά πως αληθινά είναι όλα αυτά που ένα λιλιπούτειο ανθρωπάκι σου μαθαίνει και σου χαρίζει απλόχερα (πόσο σπάνιο σήμερα..) με ένα χαμόγελο, με ένα βλέμμα γεμάτο απο λέξεις γιατί το στόμα του ακόμα δεν έμαθε να τις λέει, και με ένα ειλικρινές κλάμμα τι στιγμή που φεύγεις.
Φεύγεις. Κατεβαίνεις τα γραφικά δρομάκια, για να φτάσεις στον κεντρικό δρόμο. Μία σταδιακή επαναφορά στη πραγματικότητα, γιατί βλέπεις αυτοκίνητα και κίνηση. Περιμένεις υπομονετικά λεωφορείο. Και ενώ είσαι πλημμυρισμένος απο την αθωότητα που ένιωσες πριν λίγες στιγμές, μια εικόνα σε προσπερνάει και σε σοκάρει. Από δίπλα μου πέρασε ένας παππούς με τον εγγονό του. Περπατούσαν αργά, κάναν βόλτα, όλα θα μπορούσαν να ήταν φυσιολογικά.
Ο παππούς κρατούσε τον εγγονό του απ΄το χέρι. Ανάμεσα στα χέρια τους όμως, ένα όπλο ξεπρόβαλε. Ο αργός ρυθμός που προχωρούσαν έκανε το θέαμα σα να βγήκε απο το πιο φρικτό θρίλλερ. Γιατί κανένας δε μιλούσε. Απλά προχωρούσαν, αργά...Το μόνο που ακουγόταν ήταν το βουητό του δρόμου και ο θόρυβος που έβγαινε απ' αυτό το ψεύτικο όπλο όταν ο παππούς πατούσε τη σκανδάλη για να σπάει τη σιωπή. Τόσο αλλόκοτο. Τόσο τρομακτικό σα σκέψη. Mια εικόνα που δε μπορούσα να τη βγάλω απ' το μυαλό μου για αρκετές μέρες....
Δεν επέλεξα ένα τέτοιο κόσμο.
ps. Μικρούλη, μη βιάζεσαι να μεγαλώσεις. Και μη μας ζηλεύεις εμάς. Η αλήθεια είναι πως εμείς ζηλεύουμε εσένα, και τι δε θα δίναμε για να ξαναγίνουμε σαν εσένα...
Φεύγεις. Κατεβαίνεις τα γραφικά δρομάκια, για να φτάσεις στον κεντρικό δρόμο. Μία σταδιακή επαναφορά στη πραγματικότητα, γιατί βλέπεις αυτοκίνητα και κίνηση. Περιμένεις υπομονετικά λεωφορείο. Και ενώ είσαι πλημμυρισμένος απο την αθωότητα που ένιωσες πριν λίγες στιγμές, μια εικόνα σε προσπερνάει και σε σοκάρει. Από δίπλα μου πέρασε ένας παππούς με τον εγγονό του. Περπατούσαν αργά, κάναν βόλτα, όλα θα μπορούσαν να ήταν φυσιολογικά.
Δεν επέλεξα ένα τέτοιο κόσμο.
ps. Μικρούλη, μη βιάζεσαι να μεγαλώσεις. Και μη μας ζηλεύεις εμάς. Η αλήθεια είναι πως εμείς ζηλεύουμε εσένα, και τι δε θα δίναμε για να ξαναγίνουμε σαν εσένα...
